εξεύρημα

εξεύρημα
το (AM ἐξεύρημα) [εξευρίσκω]
το αποτέλεσμα τής εξεύρεσης
αρχ.
επινόημα για εξαπάτηση.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἐξεύρημα — thing found out neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοὐξεύρημα — ἐξεύρημα , ἐξεύρημα thing found out neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευρημάτων — ἐξεύρημα thing found out neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευρήμασιν — ἐξεύρημα thing found out neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευρήματα — ἐξεύρημα thing found out neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευρήματι — ἐξεύρημα thing found out neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευρήματος — ἐξεύρημα thing found out neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀξευρήμασιν — ἐξευρήμασιν , ἐξεύρημα thing found out neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀξευρήματα — ἐξευρήματα , ἐξεύρημα thing found out neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”